• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a ton of nfigurative, informal (large quantity) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ένας τόνος, ένας σωρός, ένα κάρο φρ ως επίθ
 I have a ton of work to do this week.
a ton advfigurative, informal (a lot)πάρα πολύ φρ ως επίρ
 My grandparents are such kind people; I love them a ton.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
a ton nUK, regional, slang (speed: 100 miles an hour)με εκατό φρ ως επίρ
 Bill was doing a ton on the motorway, when he got pulled over by the police.
 Ο Μπιλ έτρεχε με εκατό στην εθνική όταν τον σταμάτησε η αστυνομία.
a ton nUK, regional, slang (quantity: 100)εκατό επίθ
a ton nUK, regional, slang (100 pounds sterling)εκατό λίρες επίθ + ουσ θηλ πλ
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
a s*** ton of [sth],
a s***-ton of [sth]
n
vulgar, offensive, informal, US (a lot)πολύς επίθ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)ένας σωρός έκφρ
  ένα κάρο έκφρ
 (μόνο χρήματα)ένας σκασμός έκφρ
 He owes everyone a s*** ton of money.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση a ton στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «a ton».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!